βαθύδοξος

βᾰθῠ-δοξος, ον,
A far-famed, illustrious, Pi.P.1.66, Pae. 2.58.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαθύδοξος — βαθύδοξος, ον (Α) ξακουστός, φημισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς + δοξος < δόξα (πρβλ. άδοξος, ένδοξος, επίδοξος, εύδοξος, παράδοξος, φιλόδοξος κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • βαθύδοξον — βαθύδοξος far famed masc/fem acc sg βαθύδοξος far famed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύδοξοι — βαθύδοξος far famed masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύ- — [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς. Ο τ. χρησιμεύει ως α συνθετικό πολλών λέξεων της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής και δηλώνει: 1. αυτόν που έχει βάθος πρβλ. βαθύκολπος, βαθύπεδος, βαθύρριζος αρχ. βαθυαγκής, βαθύγαιος, βαθυδινήεις, βαθυκύμων,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.